Μόλις η Ελέιν στάθηκε στο κατώφλι, ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.
Ο Ντάνιελ σηκώθηκε απότομα.
«Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε.
Η Ελέιν έκλεισε αργά την πόρτα πίσω της και για πρώτη φορά δεν έμοιαζε με τη γυναίκα που γνώριζα. Δεν υπήρχε ίχνος αλαζονείας στο βλέμμα της. Μόνο φόβος.
«Δεν έχουμε πολύ χρόνο», είπε.
«Αν ήρθες να πεις κι άλλα ψέματα, φύγε αμέσως», απάντησα.
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
«Αυτό είναι το πρόβλημα, Κλερ. Όλη μου τη ζωή έλεγα ψέματα. Και τώρα κανείς δεν με πιστεύει όταν λέω την αλήθεια.»
Ο Ντάνιελ έσφιξε τις γροθιές του.
«Τι θέλεις;»
Η Ελέιν έβγαλε έναν φάκελο από την τσάντα της και τον άφησε πάνω στο τραπέζι.
«Αυτά είναι όλα.»
Κανείς δεν μίλησε.
«Όλες οι συμφωνίες. Όλες οι μεταφορές χρημάτων. Όλα τα ονόματα.»
Ο Ντάνιελ άνοιξε τον φάκελο.
Το χρώμα έφυγε αμέσως από το πρόσωπό του.
«Όχι...» ψιθύρισε.
Γύρισα τις σελίδες.
Υπογραφές.
Τραπεζικοί λογαριασμοί.
Κρυφές εταιρείες.
Και στη μέση όλων αυτών...
ένα όνομα που δεν περίμενα να δω ποτέ.
Το όνομα του πατέρα του Ντάνιελ.
Πάγωσα.
«Μα... ο πατέρας σου πέθανε πριν δέκα χρόνια.»
Η Ελέιν κατέβασε το βλέμμα.
«Όχι.»
Η φωνή της έσπασε.
«Αυτό ήταν το μεγαλύτερο ψέμα απ’ όλα.»
Ένιωσα το δωμάτιο να γυρίζει.
Ο Ντάνιελ άφησε τα χαρτιά να πέσουν από τα χέρια του.
«Τι είπες;»
Η Ελέιν άρχισε να κλαίει.
«Δεν πέθανε ποτέ.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν εκκωφαντική.
«Μας εγκατέλειψε όταν ήσουν μικρός», συνέχισε. «Αλλά ήταν πλούσιος. Πολύ πλούσιος. Και συνέχισε να κινεί τα νήματα από τις σκιές.»
Ο Ντάνιελ κούνησε το κεφάλι του.
«Όχι... όχι...»
«Λυπάμαι.»
«ΜΟΥ ΕΙΠΕΣ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΝΕΚΡΟΣ!»
Η Ελέιν λύγισε.
«Το ξέρω.»
«Όλη μου τη ζωή θρηνούσα έναν άνθρωπο που δεν ήταν καν νεκρός!»
Τα δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό της.
«Προσπαθούσα να σε προστατεύσω.»
«Από τι;»
Η απάντηση ήρθε σαν μαχαίρι.
«Από εκείνον.»
Το δωμάτιο βυθίστηκε ξανά στη σιωπή.
Έπειτα η Ελέιν είπε κάτι που έκανε την καρδιά μου να σταματήσει.
«Και τώρα ξέρει ότι αρχίσαμε να μιλάμε.»
Ένα κύμα τρόμου πέρασε από μέσα μου.
«Τι σημαίνει αυτό;»
Η Ελέιν σήκωσε το βλέμμα.
«Σημαίνει ότι δεν θα σταματήσει μέχρι να πάρει πίσω όλα όσα θεωρεί δικά του.»
«Και τι θέλει;» ρώτησα.
Η γυναίκα πήρε μια βαθιά ανάσα.
Έπειτα κοίταξε πρώτα εμένα.
Μετά τον Ντάνιελ.
Και τέλος το δωμάτιο όπου κοιμόταν το μωρό.
«Το παιδί.»
Ένιωσα την καρδιά μου να σταματά.
«Τι είπες;»
«Δεν θέλει τα χρήματα.»
Τα μάτια της γέμισαν τρόμο.
«Θέλει τον μοναδικό νόμιμο κληρονόμο του.»
Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν ανάσαινε.
Κοίταξα το δωμάτιο του γιου μου.
Ο Ντάνιελ είχε ασπρίσει.
Η Ελέιν έκλαιγε ασταμάτητα.
Και τότε ακούστηκε ένας ήχος από έξω.
Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στο σπίτι.
Έπειτα άλλο ένα.
Και άλλο ένα.
Ο Ντάνιελ πλησίασε αργά το παράθυρο.
Κοίταξε έξω.
Το πρόσωπό του άδειασε εντελώς από χρώμα.
«Κλερ...» ψιθύρισε.
«Τι συμβαίνει;»
Δεν γύρισε να με κοιτάξει.
Συνέχισε να κοιτάζει έξω στο σκοτάδι.
«Νομίζω...»
Κατάπιε δύσκολα.
«Νομίζω ότι μας βρήκε.»
Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, κάποιος χτύπησε την εξώπορτα.
Τρεις αργοί.
Βαριοί.
Ανατριχιαστικοί χτύποι.
Και μια άγνωστη ανδρική φωνή ακούστηκε από έξω:
«Κύριε Ντάνιελ... ήρθαμε εκ μέρους του πατέρα σας.»
Τέλος Μέρους 3...

0 comments:
Post a Comment